«Δημοκρατία και ολοκληρωτισμός στη σκέψη του Claude Lefort» του Σπύρου Μακρή

0

Έργο του εικαστικού Σταύρου Κοτσιρέα

ΑΡΘΡΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ “ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΩΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ CLAUDE LEFORT” ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΑΙΤΙΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ (Τεύχος Νο 2)

του Σπύρου Μακρή

(Λέκτορα πολιτικής επιστήμης (τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Σχολή Κοινωνικών, Ανθρωπιστικών Επιστημών και Τεχνών Πανεπιστημίου Μακεδονίας)

O Claude Lefort, σε ένα από τα θεμελιώδη κείμενά του σχετικά με τις μεταφυσικές, οντολογικές και συμβολικές αναφορές της νεωτερικής δημοκρατίας, στο The Image of the Body and Totalitarianism (1979)[1], που αποτέλεσε σημείο αναφοράς στο βασικό ρεύμα του μεταμαρξισμού που εκπροσωπούν ο Ernesto Laclau και ιδίως η Chantal Mouffe, με τις σχετικές διερευνήσεις της πάνω στο λεγόμενο δημοκρατικό παράδοξο και την άνοδο του (ακρο)δεξιού λαϊκισμού (right-wing populism) στη σύγχρονη Ευρώπη[2], τονίζει αναφορικά με το αινιγματικό φαινόμενο του ολοκληρωτισμού (totalitarianism): «για μένα, ο ολοκληρωτισμός δεν καθίσταται διαυγής ως φαινόμενο παρά συλλαμβάνοντας τη σχέση του με τη δημοκρατία. Από αυτήν είναι που αναδύεται (…) Την ανατρέπει την ίδια στιγμή που ιδιοποιείται κάποια από τα βασικά χαρακτηριστικά της, τροποποιώντας τα και επεκτείνοντάς τα πέρα από κάθε φαντασία»[3]. Συνεπώς, για να κατανοήσουμε σε βάθος το σύνθετο και πολύπλοκο φαινόμενο του ολοκληρωτισμού και κυρίως τον τρόπο που συγκροτείται σε σχέση με τη δημοκρατία, επιδιώκοντας να την ανατρέψει εκ βάθρων, θα ήταν σκόπιμο να ακολουθήσουμε στο κρίσιμο αυτό ερώτημα την πολύτιμη θεωρητική και ιστορική σκέψη του Γάλλου πολιτικού φιλοσόφου Claude Lefort (1924-2010) περί της δημοκρατίας και της λεγόμενης δημοκρατικής επανάστασης (democratic revolution), μέσω της οποίας ο επιφανής στοχαστής επιχειρεί να αναδείξει την ιδιαίτερη σύσταση του πολιτικού (the political) από τη Γαλλική Επανάσταση και εφεξής. Η εμφάνιση της δημοκρατίας σηματοδοτεί για τον Claude Lefort την επιστροφή του πολιτικού. «Η πεποίθησή του είναι ότι χρειάζεται να αποκαταστήσουμε την πρωτοκαθεδρία του πολιτικού, προκειμένου να διερευνήσουμε την ιστορία»[4].

Όπως γράφει χαρακτηριστικά σε ένα άρθρο που δημοσίευσε το 1980 σχετικά με το ιδιαίτερο νόημα της Γαλλικής Επανάστασης, το Interpreting Revolution within the French Revolution[5], η επανάσταση δεν σηματοδότησε απλώς το τέλος της μοναρχίας και του Παλαιού Καθεστώτος εν γένει, αλλά ανάδειξε την πολιτική εμπειρία μιας νέας κοινωνίας, ενός νέου τύπου κοινωνίας, η οποία εφεξής δεν μπορεί να γίνεται αντιληπτή με βάση το οργανικό μοντέλο, δηλαδή ως μία οργανική ολότητα (organic totality). Αυτό σημαίνει ότι η δημοκρατία δεν πρέπει να προσεγγίζεται ως ένα καθαρά θεσμικό ζήτημα, όπως διατείνονται οι οπαδοί του θεσμισμού[6], αλλά μάλλον όπως την απεικόνισε ο Alexis de Tocqueville, που τόσο επηρέασε τον Claude Lefort και τη Hannah Arendt, που με τη σειρά της επέδρασε καταλυτικά στη θεωρητική σκέψη του περί ολοκληρωτισμού[7], ως το locus classicus του αδύνατου (impossible)[8] – για να θυμηθούμε βέβαια και τον Ernesto Laclau που υποστηρίζει ότι η κοινωνία είναι αδύνατη (the impossibility of society)[9], με την έννοια μιας αδύνατης αναπαράστασης της ενότητας ενός σώματος, του σώματος του βασιλιά, που έπαψε πλέον να συμβολίζει τη μεσαιωνική εικόνα ενός σώματος διττού, όπως το περιέγραψε ο Ernst Kantorowicz[10], που απώλεσε για πάντα τη θεολογικοπολιτική προέλευση και νομιμοποίησή του[11] και ξεκίνησε το ταξίδι του στην αχανή και επισφαλή χώρα του φαντασιακού[12].

Αξίζει να επισημάνουμε ότι, ενώ ο Claude Lefort μελετά αρχικά τον ολοκληρωτισμό στη σταλινική διάστασή του, με άξονα τη συνεργασία του με τον Κορνήλιο Καστοριάδη στην ομάδα Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα[13], στην ύστερη φάση του έργου του, κυρίως από τη δεκαετία του 1970 και εφεξής, έθεσε το ακανθώδες ζήτημα του ολοκληρωτισμού σε απόλυτη συνάρτηση με τη δημοκρατία, με την έννοια μιας ρητής σχέσης, αξεδιάλυτης και διαρκούς, που δεν αποκαλύπτει απλώς την εμμένεια του ολοκληρωτισμού στο πολιτικό, αλλά κυρίως την ίδια την παραδοξότητα της δημοκρατίας, του λαού και της λαϊκής κυριαρχίας, που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρούνται ως κάτι το θετικό, το βέβαιο, το δεδομένο, ή ακόμη χειρότερα, το συντελεσμένο και το τετελεσμένο, ιδίως από τις δυνάμεις της προόδου και του ανθρωπισμού. Αυτό σημαίνει κατά μείζονα λόγο ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να καταστεί αντιληπτή από την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική αριστερά ως ένα σίγουρο κεκτημένο, αλλά ως ένα ανοικτό πεδίο διαρκούς σύγκρουσης και μέγιστης διακινδύνευσης, στο οποίο πάντα λανθάνει ο ολοκληρωτισμός. Σε ένα έτερο κείμενο που δημοσίευσε το 1980, με τον ενδεικτικό τίτλο The Logic of Totalitarianism, ο Γάλλος στοχαστής υποστηρίζει ότι η παραδοσιακή αριστερά απότυχε να συνδέσει τον ολοκληρωτισμό με τη δημοκρατία, όχι μόνο γιατί προσέγγιζε τη δημοκρατία υπό το περιοριστικό σχήμα της αστικής δημοκρατίας, αλλά κυρίως γιατί η έννοια του ολοκληρωτισμού είναι μία κατεξοχήν πολιτική έννοια και η ορθόδοξη κομμουνιστική αριστερά δεν είχε μάθει να «σκέφτεται με όρους πολιτικούς»[14].

Η ανάγνωση του Claude Lefort αποτελεί μία από τις πρώτες μεταμαρξιστικές αναγνώσεις της δημοκρατίας, προτού ο όρος αποκτήσει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που του προσέδωσαν οι Ernesto Laclau και Chantal Mouffe στα μέσα της δεκαετίας του 1980[15], όπου η εξουσία και δη η λαϊκή εξουσία και η λαϊκή κυριαρχία αποκτούν στο πλαίσιο της δημοκρατικής επανάστασης έναν συμβολικό χαρακτήρα, που δεν περιορίζεται απλώς στη λειτουργία ή στην ταξική κατοχή ενός θεσμού ή του ίδιου του κράτους. Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι η συμβατική δημοκρατική αντίληψη της εξουσίας που θεμελιώνεται στον λαό ανατρέπεται στον βαθμό που η λαϊκή κυριαρχία γίνεται αντιληπτή ως ένας κενός χώρος (empty place)[16], που είναι αδύνατο να καταληφθεί, «ώστε», τονίζει πολύ χαρακτηριστικά, «αυτοί που ασκούν τη δημόσια εξουσία να μην μπορούν να ισχυριστούν ότι τον κατέχουν. Η δημοκρατία», καταλήγει, «συνδέει τις παρακάτω δύο φαινομενικά αντιφατικές αρχές: τη μία, ότι η εξουσία εκπηγάζει από το λαό και την άλλη, ότι δεν είναι εξουσία κανενός. Θρέφεται από την αντίφαση αυτή. Μόλις η αντίφαση αυτή πάει να ξεπεραστεί, ή ξεπερνιέται κιόλας, η δημοκρατία είναι έτοιμη να διαλυθεί ή έχει κιόλας καταστραφεί»[17]. Σε μία συζήτηση με τον Pierre Rosanvallon, ο Claude Lefort δεν διστάζει να περιγράψει τον ελεύθερο λαό και την ελεύθερη πόλη ως μια αξεδιάλυτη σχέση όπου «η πόλη είναι ο τόπος στον οποίο ο λαός είναι ελεύθερος. Είναι εκεί όπου ο λαός είναι ζωντανός και πιέζει την εξουσία»[18]. Αυτός είναι ο τόπος της δημοκρατίας με την έννοια της δημοκρατικής επανάστασης, μιας συμβολικής κοινωνικής διεργασίας, όπου το κοινωνικό φαντασιακό δεν εξαντλείται, όπως επισημαίνει ο Γάλλος φιλόσοφος, στα πολιτικά κόμματα «που στοχεύουν στην κατάκτηση της εξουσίας», αλλά οριοθετείται γύρω από αγώνες. Εδώ μπορεί κανείς να αντιληφθεί τις σαφείς επιδράσεις που δέχτηκε η Chantal Mouffe στη διαμόρφωση του λεγόμενου αγωνιστικού μοντέλου της δημοκρατίας (agonistic model of democracy)[19], «ενός μετασχηματισμού της κοινωνίας μέσα από κινήματα προσηλωμένα στην αυτονομία τους»[20].

Η κρίσιμη στροφή στη σκέψη του Claude Lefort έγκειται στο γεγονός ότι άρχισε να ασχολείται οντολογικά και συμβολικά με τη δημοκρατία και το πολιτικό ακριβώς τη στιγμή που συνειδητοποίησε, μέσα από τις σχετικές αναλύσεις της Hannah Arendt, του Raymond Aron και του Leo Strauss[21], ότι ο ολοκληρωτισμός είναι το κεντρικότερο ζήτημα της εποχής μας, της μετα-ολοκληρωτικής εποχής, όπως επισημαίνει η Hannah Arendt, «ένα γεγονός-αίνιγμα», υπογραμμίζει ο Claude Lefort, «που επιτάσσει την επανεξέταση της ίδιας της γένεσης των πολιτικών κοινωνιών» στη νεωτερικότητα[22]. Ο ολοκληρωτισμός οδηγεί στη μελέτη της δημοκρατίας εφ’ όλης της ύλης, σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο, γιατί αυτό το ιστορικό φαινόμενο που καλείται ολοκληρωτισμός μάς αποκαλύπτει από ένα σημείο και μετά το ίδιο το πολιτικό ως μια αρνητική οντολογία, με άλλα λόγια ως μια οντολογία της ανεκρίζωτης διάστασης του δημοκρατικού ανταγωνισμού. Από αυτήν την οπτική γωνία, στον βαθμό που ο ολοκληρωτισμός «εντοπίζεται στην αναπαράσταση του λαού ως ομοιογενούς-αδιάρρηκτης ενότητας, στην αναπαράσταση του λαού-Ενός», σε μία αναπαράσταση δηλαδή «που αρνείται τη διαίρεση ως καταστατική συνθήκη της κοινωνίας»[23], η δημοκρατία μέσα από τη δημοκρατική επανάσταση συνιστά και συμβολίζει «ακριβώς τη στιγμή που το σώμα του βασιλιά βρίσκεται διαμελισμένο[24], τη στιγμή που πέφτει το κεφάλι του πολιτικού σώματος, τη στιγμή δηλαδή που το κοινωνικό ως σωματικότητα αποσυντίθεται (…) Η σημασία της δημοκρατικής επανάστασης των νέων χρόνων», συνοψίζει χαρακτηριστικά, «αναγνωρίζεται εμβληματικώς στο εξής: κανενός είδους εξουσία ενσαρκωμένη σε ένα σώμα. Η εξουσία δηλαδή εμφανίζεται ως ένας κενός χώρος και αυτοί που την ασκούν ως κοινοί θνητοί, που δεν την κατέχουν παρά προσωρινά και που δεν την κατακτούν», όπως θα έλεγε και ο Machiavelli, που τόσο επηρέασε τον Claude Lefort[25], «παρά με τη δύναμη ή την πανουργία τους (…) Η ενότητα δεν πρόκειται από εδώ και στο εξής να συγκαλύψει τη διαίρεση στο εσωτερικό της κοινωνίας. Η δημοκρατία έτσι εγκαινιάζει την εμπειρία μιας κοινωνίας που είναι αδύνατον να αποκρυσταλλωθεί ούτως ώστε να συλληφθεί τελεσίδικα, μιας κοινωνίας στην οποία ο λαός θα είναι σίγουρα κυρίαρχος, αλλά που εξίσου σίγουρα δε θα πάψει ποτέ να διερωτάται σχετικά με την ίδια του την ταυτότητα, η οποία λανθάνει συνεχώς ως ταυτότητα προς ορισμό»[26].

Η δημοκρατία ως καταστροφή της εστίας της μοναρχικής ενότητας και κυρίως ως καταστροφή της αρχιτεκτονικής του σώματος-εικόνας μιας ομογενοποιημένης κοινωνίας, με άλλα λόγια ως καταστροφή της εικόνας του κράτους-κηδεμόνα, φέρνει στο προσκήνιο εκ νέου την έννοια του ολοκληρωτισμού ως την εικόνα ενός παντοδύναμου και ανώνυμου κράτους, που τελικά αποκρυσταλλώνεται στην εικόνα του λαού-Ενός[27]. Ο ολοκληρωτισμός έτσι γίνεται αντιληπτός από τον Claude Lefort «ως μία απάντηση στα ερωτήματα που θέτει η δημοκρατία, ως μία απόπειρα οριστικής επίλυσης των δικών της παραδόξων». Στον βαθμό που η νεώτερη δημοκρατική κοινωνία φαίνεται ως η κοινωνία όπου η εξουσία βρίσκεται «υπό τη συνεχή δοκιμασία μιας ριζικής απροσδιοριστίας, ως η κοινωνία που έχει γίνει το θέατρο μιας ακηδεμόνευτης περιπέτειας», περιπέτειας «τέτοιας όπου το εκάστοτε θεσμισμένο δεν είναι ποτέ άπαξ και διά παντός ισχύον, όπου το γνωστό υποσκάπτεται από το άγνωστο, όπου το παρόν αποδεικνύεται μη επιδεχόμενο περιγραφής, περιλαμβάνοντας μια πλειάδα από διαφορετικούς κοινωνικούς χρόνους (…) μιας περιπέτειας τέτοιας όπου η αναζήτηση της ταυτότητας δεν είναι ποτέ απαλλαγμένη από την εμπειρία της διαίρεσης ως καταστατικής αρχής της κοινωνίας», τότε, στην περίπτωση αυτή, επισημαίνει ο Claude Lefort, «με τον ολοκληρωτισμό τίθεται σε λειτουργία ένας μηχανισμός που έχει ως σκοπό να ξορκίσει αυτή την απειλή», ένας μηχανισμός με άλλα λόγια «που τείνει να επανενώσει την εξουσία και την κοινωνία, να σβήσει κάθε δείγμα διαίρεσης, να εξορίσει εν τέλει την απροσδιοριστία που στοιχειώνει τη δημοκρατία»[28].

Η δημοκρατία ως κοινωνικό μοντέλο απέναντι στο μοναρχικό μοντέλο του Παλαιού Καθεστώτος, γράφει ο Claude Lefort, σε ένα κομβικό άρθρο του, που δημοσιεύτηκε το 1983 υπό τον ενδεικτικό τίτλο The Question of Democracy[29], διαγράφεται ως ο κενός τόπος της εξουσίας, ο οποίος οντολογικά και συμβολικά «απαγορεύει στους κυβερνώντες να ιδιοποιηθούν, να ενσωματώσουν την εξουσία. Η άσκησή της υπόκειται στη διαδικασία μιας περιοδικής αναδιακύβευσης. Εξαρτάται από έναν ρυθμισμένο συναγωνισμό οι συνθήκες του οποίου διατηρούνται κατά τρόπο μόνιμο. Το φαινόμενο αυτό συνεπάγεται μια θεσμοποίηση της σύγκρουσης (institutionalization of conflict)[30]. H δημοκρατία νοηματοδοτείται για τον Claude Lefort ως η θεσμοποίηση της σύγκρουσης. Η νομιμοποίηση της δημοκρατίας, συνεπώς, δεν είναι παρά η νομιμοποίηση ενός κοινωνικού χάσματος, μιας ανεκρίζωτης διαίρεσης, η οποία «εμπεριέχει την αρχή μιας νομιμότητας της κοινωνικής σύγκρουσης σε όλες τις μορφές της (…) η δημοκρατική κοινωνία θεσμίζεται ως κοινωνία δίχως σώμα, κοινωνία που παρεμποδίζει την παράσταση μιας οργανικής ενότητας», με άλλα λόγια μιας «καθορισμένης ταυτότητας»[31]. Το δημοκρατικό παράδοξο, τονίζει ο Claude Lefort, αποκτά την πιο θεαματική διάστασή του τη στιγμή της καθολικής ψηφοφορίας. «Τη στιγμή», γράφει, «που υποτίθεται ότι η λαϊκή κυριαρχία εκδηλώνεται, ότι ο λαός ενεργοποιείται, εκφράζοντας τη βούλησή του, τότε ακριβώς οι δεσμοί κοινωνικής αλληλεγγύης διαλύονται, ο πολίτης βρίσκεται αποσπασμένος από όλα τα δίκτυα μέσα στα οποία αναπτύσσεται η κοινωνική ζωή, για να μετατραπεί σε μονάδα μέτρησης. Ο αριθμός υποκαθιστά την υπόσταση». Η κοινωνία για τον Claude Lefort μετά τη δημοκρατική επανάσταση είναι εφεξής καταδικασμένη «να δεξιώνεται το μη παραστάσιμο»[32].

Αν θεωρήσουμε, σύμφωνα με αυτό το κοινωνικό μοντέλο που διατυπώνει ο ύστερος Claude Lefort, ότι η δημοκρατία συνιστά οντολογικά και συμβολικά την αποσύνθεση των δεικτών βεβαιότητας (dessolution of the markers of certainty), την αποσωματοποίηση και απενσάρκωση του κοινωνικού και πολιτικού σώματος, μας κοινωνίας που εφεξής δεν μπορεί να ταυτιστεί με τον εαυτό της, «η οποία, παντού και πάντοτε, διασχίζεται από εσωτερικές συγκρούσεις, η κατάργηση-εξάλειψη των οποίων δεν είναι μόνο αδύνατη αλλά μοιάζει και ανεπιθύμητη (…), ενός τύπου κοινωνίας όπου η εξουσία δεν βλέπεται» πια «σαν ένα θετικό αντικείμενο, ένα είδος πράγματος καθαυτό, αλλά μάλλον ως μια σχέση πόλων σύγκρουσης», όπου «ο τόπος του πολιτικού ως ιδέας και της πολιτικής ως πράξης» διέπονται από «μια τριπλή εγχάραξη» που τους «αναδιευθετεί ριζικά: πολυπλοκότητα, απρόβλεπτο, διακινδύνευση»[33], τότε, υποστηρίζει ο Γάλλος στοχαστής, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι «η ίδια η δημοκρατία μερικές φορές κάνει χώρο για τους ολοκληρωτικούς θεσμούς, τρόπους οργάνωσης και αναπαράστασης»[34]. Το δημοκρατικό παράδοξο έγκειται ακριβώς σε αυτήν την οντολογία του πολιτικού στη νεοτερικότητα, όπου ο ολοκληρωτισμός δεν είναι μία στιγμή κρίσης των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών, ένα ιστορικό ατύχημα της κοινωνίας, αλλά ένα εγγενές στοιχείο της ίδιας της δημοκρατικής κοινωνίας, που ενίοτε τείνει να ταυτιστεί με τον εαυτό της, να καταστεί μία ενιαία κοινωνική ταυτότητα, να ομογενοποιηθεί βίαια, απορρίπτοντας κάθε κοινωνική σύγκρουση και διαίρεση, κάθε διαφορετικότητα, ενδεχομενικότητα και αβεβαιότητα, ενσαρκώνοντας αυτό που ο Claude Lefort οριοθετεί ως την αναπαράσταση του λαού-Ενός (People-as-One)[35], ενός λαού εξουσία, που εξ ορισμού παύει να είναι λαός, γιατί σταματά πλέον να προσδιορίζεται αρνητικά απέναντι στην εξουσία, να της ασκεί πίεση και έτσι να αυτοπροσδιορίζεται ως ένας ελεύθερος λαός. Με αυτήν την έννοια, εδώ ο Γάλλος φιλόσοφος ακολουθεί κατά πόδας τη Hananh Arendt, στον βαθμό που ο ολοκληρωτισμός δεν νοείται, τελικά, ως η αμφισβήτηση της δημοκρατίας, αλλά ως το τέλος του ίδιου του πολιτικού[36]. Το τέλος, δηλαδή, της αρεντικής πολλότητας (plurality) και η επαναφορά στο μοντέλο της οργανικής ενσώματης κοινωνίας[37].

Η εν λόγω προσέγγιση της σχέσης δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού από τον Claude Lefort καθιστά ευδιάκριτα σαφές ότι το μείζον ζήτημα της αντιμετώπισης του πιθανού εκφασισμού των σύγχρονων κοινωνιών, όπως θα έλεγε ο Νίκος Πουλαντζάς[38], δεν είναι απλώς ένα θεσμικό και νομικό ζήτημα, αλλά αφορά στην ίδια την οντολογική σύσταση του πολιτικού και της δημοκρατίας στη νεωτερικότητα, ένα ζήτημα διαρκούς πάλης με τις ίδιες τις αβεβαιότητες και ενδεχομενικότητες που κάθε στιγμή συνεπάγεται το δημοκρατικό παράδοξο: ότι η δημοκρατία, δηλαδή, είναι ένα πεδίο απόλυτης απροσδιοριστίας, που κάθε στιγμή τείνει να αναιρεί τον ίδιο τον εαυτό της, έναν εαυτό, όπως θα έλεγε επ’ αυτού ο Jacques Derrida, φαντασματικό, χωρίς πραγματικό περιεχόμενο, έναν κενό χώρο, εφόσον η ίδια η δημοκρατική πραγματικότητα είναι ρευστή και κοινωνικά θρυμματισμένη, απόλυτα διαιρεμένη και εξ ορισμού συγκρουσιακή. Υπό αυτήν την οπτική γωνία, η νομιμοποίηση και η κυριαρχία, κλασικές έννοιες της νεωτερικής πολιτικής επιστήμης, δεν μπορούν, σύμφωνα με τον Claude Lefort, να περιγράψουν και να ερμηνεύσουν επαρκώς τόσο τη δημοκρατία όσο και το ίδιο το πολιτικό. Η νομιμοποίηση καθίσταται έτσι ένα είδος νοσταλγίας για το διαμελισμένο σώμα του βασιλιά, ένα είδος επανενσάρκωσης της εξουσίας (re-embodiment of power) υπό τη μορφή του ολοκληρωτισμού ή του νέου ολοκληρωτισμού, όπως επισημαίνει επ’ αυτού ο Jean Luc-Nancy[39].

Στην πολιτική οντολογία του Claude Lefort, η δημοκρατία κατά συνέπεια δεν είναι η κατάργηση της κοινωνικής σύγκρουσης, αλλά η θεσμοποίησή της[40]. Η αναγνώριση της έλλειψης ενός σταθερού σημείου αναφοράς, κάθε θετικού θεμελίου, δεν συνιστά απλώς τις μετα-θεμελιωτικές και μεταμαρξιστικές συνάφειες της σκέψης του Claude Lefort, αλλά ένα εγχείρημα αναζωογόνησης και ριζοσπαστικοποίησης της έννοιας της δημοκρατίας, προς κάθε κατεύθυνση, ιδίως απέναντι στον νέο ολοκληρωτισμό, με όποια μορφή και αν εμφανίζεται στην ύστερη νεωτερικότητα[41]. Η συμβολή του Claude Lefort στην επανάκαμψη της πολιτικής φιλοσοφίας και κυρίως στην αναθέρμανση της σύγχρονης πολιτικής θεωρίας ως θεωρίας του πολιτικού είναι εξαιρετικά κρίσιμη για την αντίληψη της δημοκρατίας όχι ως μιας κανονιστικής πολιτικής συνθήκης, όπως γίνεται αντιληπτή από τον Πλάτωνα έως τον John Rawls, όπου η σύγκρουση εξοβελίζεται από την πολιτική ως ένα εμπόδιο ή, ακόμη χειρότερα, ως ένα στοιχείο φθοράς μιας δήθεν πολιτικής τάξης και αρμονίας, αλλά ως ένα πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών συμφερόντων και ιδεωδών. Αυτή η μακιαβελική εικόνα, που ανασυνθέτει ο Claude Lefort, ανάμεσα σε μία ηγεμονική τάξη ισχυρών που θέλουν να διατάζουν και να καταπιέζουν και στον λαό που δεν επιθυμεί «ούτε να τον διατάζουν ούτε να τον καταπιέζουν»[42], οδηγεί προφανώς σε μια μεταμαρξιστική θεώρηση της δημοκρατίας, η οποία ωστόσο διέπεται από ρητές ρεπουμπλικανικές αναφορές[43]. Στη δημοκρατία, γράφει ο Γάλλος φιλόσοφος, «η επιθυμία του λαού κυριολεκτικά δεν έχει αντικείμενο· είναι ένα εγχείρημα της αρνητικότητας. Ο λαός (…) ως λαός δεν μπορεί ποτέ να γίνει κύριος της ολότητας της εξουσίας, εφόσον τότε θα μετατρεπόταν σε κάτι άλλο». Σχηματικά, θα λέγαμε, με τα ίδια τα λόγια του Claude Lefort, ότι η δημοκρατία είναι «εκεί που ο λαός εκφράζει τη βούλησή του για άρνηση της κυριαρχίας και της καταπίεσης»[44]. Όπως συνοψίζει χαρακτηριστικά o Steven Bilakovics επί της θεωρίας της δημοκρατίας του Claude Lefort, o Γάλλος στοχαστής μάς αφήνει με μία εικόνα της δημοκρατίας διαρκώς απαιτητικής και επαπειλούμενης από τη βεβαιότητα, την ταυτότητα, την ειρήνη και την πρόθεση[45]. Αν και αυτή η εικόνα της δημοκρατίας μοιάζει παράδοξη, η ιστορία του 20ού αιώνα και ο νέος ολοκληρωτισμός κατέδειξαν ότι η δημοκρατία μπορεί να υπάρξει μόνο ως παραδοξότητα, αλλιώς οδηγείται στην αυτοκαταστροφή με ανυπολόγιστες συνέπειες για το ανθρώπινο γένος και τη φύση.

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Claude Lefort, The Political Forms of Modern Society. Bureaucracy, Democracy, Totalitarianism, Cambridge: Polity Press, 1986, σ. 292 κ.έ.

[2] Σπύρος Μακρής, Ριζοσπαστικός Πλουραλισμός και Αγωνιστική Δημοκρατία. Από τον Claude Lefort στη Chantal Mouffe, Ένεκεν, τ. 34, 2014, σσ. 24-33.

[3] Κλοντ Λεφόρ, Η εικόνα του σώματος και ο ολοκληρωτισμός, Ελευθεριακή Κίνηση, τ. 20, 2010, σσ. 39-67, σ. 56.

[4] Claude Lefort, Επίμετρο για τον Pierre Clastres στο Pierre Clastres, Η κοινωνία ενάντια στο κράτος, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1992, σ. 233.

[5] Claude Lefort, Democracy and Political Theory, Cambridge: Polity Press, 1988, σ. 89 κ.έ.

[6] Ο θεσμισμός (institutionalism) περιορίζει το πολιτικό και δη τη δημοκρατία στη διερεύνηση (κανονιστική, ορθολογική, ιστορική, εμπειρική, κοινωνιολογική κ.λπ.) των δημοκρατικών πολιτικών θεσμών, δηλαδή στον τρόπο που λειτουργούν και επιδρούν στη συμπεριφορά των πολιτικών υποκειμένων, αγνοώντας οντολογικά και συμβολικά ζητήματα συγκρότησης του ίδιου του πολιτικού per se. Βλ. David Marsh and Gerry Stoker (eds), Theory and Methods in Political Science, New York: Palgrave Macmillan, 2002, σ. 90 κ.έ.

[7] Σπύρος Μακρής, Hannah Arendt. Ολοκληρωτισμός, Ανθρώπινη Κατάσταση και Παράδοση, Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 2014.

[8] Claude Lefort, Democracy and Political Theory, ό.π., σ. 114.

[9] Ernesto Laclau, New Reflections on the Revolution of Our Time, London and New York: Verso, 1990, σ. 89 κ.έ.

[10] Ernst H. Kantorowicz, The King’s Two Bodies: A Study in Medieval Political Theology, Princeton: Princeton University Press, 1998.

[11] Κλοντ Λεφόρ, Η εικόνα του σώματος και ο ολοκληρωτισμός, Ελευθεριακή Κίνηση, ό.π., σ. 56-57.

[12] Claude Lefort, Democracy and Political Theory, ό.π., σ. 242.

[13] Claude Lefort, Κ. Καστοριάδης, Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1974.

[14] Κλοντ Λεφόρ, Τι είναι γραφειοκρατία, Θεσσαλονίκη: Εκδοτική Ομάδα, 1985, σ. 53.

[15] Σπύρος Μακρής, Ο Ernesto Laclau (1935-2014) και η μετανεωτερική προσέγγιση του πολιτικού και της δημοκρατίας, Θέσεις, τ. 130, 2015, σ. 117-134.

[16] Claude Lefort, Democracy and Political Theory, ό.π., σ. 17.

[17] Κλοντ Λεφόρ, Τι είναι γραφειοκρατία, ό.π., σ. 55.

[18] Claude Lefort, Νικολό Μακιαβέλι. Η οικονομική διάσταση του πολιτικού, Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013, σ. 27.

[19] Σπύρος Μακρής, Chantal Mouffe: Η αγωνιστική προσέγγιση. Η ριζοσπαστική και πλουραλιστική δημοκρατία ως αριστερό διακύβευμα, Θέσεις, τ. 126, 2014, σσ. 145-156.

[20] Κλοντ Λεφόρ, Τα δικαιώματα του ανθρώπου και το πολιτικό, Ελευθεριακή Κίνηση, τ. 22, 2013, σσ. 7-58, σ. 50.

[21] Julian Bourg, Translator’s Introduction στο Claude Lefort, Complications. Communism and the Dilemmas of Democracy, New York: Columbia University Press, 2007, σ. 18-19.

[22] Κλοντ Λεφόρ, Η εικόνα του σώματος και ο ολοκληρωτισμός, Ελευθεριακή Κίνηση, ό.π., σ. 40.

[23] Στο ίδιο, σ. 48.

[24] Ο Bernard Vincent περιγράφει τον αποκεφαλισμό του Λουδοβίκου ΙΣΤ’, στις 21 Ιανουαρίου 1793, μετά από καταδικαστική απόφαση που είχε εκδώσει η Συμβατική Συνέλευση την προηγουμένη, ως εξής: «Αρπάζουν τον βασιλιά, τον δένουν στη σανίδα, η λεπίδα πέφτει, το κεφάλι κυλά μέσα στο καλάθι. Η εθνική λάμα επιτέλεσε το έργο της. Είναι δέκα και είκοσι δύο λεπτά (…) Ένας βοηθός του δημίου (…) αρπάζει τότε το ματωμένο κεφάλι του Λουδοβίκου και το δείχνει στο συγκεντρωμένο πλήθος. Ακούγονται κάποιες κραυγές: Ζήτω το Έθνος! Ζήτω η Δημοκρατία! Ζήτω η Ελευθερία. Ο αποκεφαλισμός του Λουδοβίκου ΙΣΤ’ δεν θέτει απλώς τα θεμέλια της πολιτικής του μοντερνισμού, αλλά, σύμφωνα με τον Claude Lefort, αποσυνδέοντας συμβολικά το πολιτικό σώμα από την κεφαλή, εγκαινίασε το τέλος των βεβαιοτήτων του Παλαιού Καθεστώτος και την απαρχή της νεωτερικής δημοκρατίας ως ενός κενού χώρου, προσδιορισμένου από αβεβαιότητα και διακινδύνευση. Αυτή η μεταφυσική εξέγερση, συνοψίζει ο Albert Camus, αποκεφαλίζοντας τον θεό στις 21 Ιανουαρίου 1793, άφησε τη δημοκρατία να στέκεται όρθια στα πόδια της, μόνη, χωρίς βεβαιότητες, εντολές και μεταφυσικά ερείσματα. Βλ. Bernard Vincent, Λουδοβίκος ΙΣΤ’, Αθήνα: Κασταλία, 2007, σ. 23 και Αλμπέρ Καμί, Ο επαναστατημένος άνθρωπος, Αθήνα: Πατάκη, 2011, σ. 74.

[25] Claude Lefort, Machiavelli in the Making, Evanston, Illinois: Northwestern University Press, 2012.

[26] Κλοντ Λεφόρ, Η εικόνα του σώματος και ο ολοκληρωτισμός, Ελευθεριακή Κίνηση, ό.π., σ. 58-59.

[27] Στο ίδιο, σ. 60-61.

[28] Στο ίδιο, σ. 61-62.

[29] Claude Lefort, Democracy and Political Theory, ό.π., σ. 9 κ.έ.

[30] Στο ίδιο, σ. 17.

[31] Claude Lefort, Το ζήτημα της δημοκρατίας στο Γιάννης Σταυρακάκης & Κωστής Σταφυλάκης (Επιμέλεια), Το πολιτικό στη σύγχρονη τέχνη, Αθήνα: Εκκρεμές, 2008, σ. 60-61.

[32] Στο ίδιο, σ. 62.

[33] Σωκράτης Χ. Δεληβογιατζής, Εισαγωγή. Για μια ανθρωπολογία του κακού στο Δημήτρης Τσικινόπουλος, Το μυστήριο του κακού, Θεσσαλονίκη: Νησίδες, 2014, σ. 10-11.

[34] Claude Lefort, Democracy and Political Theory, ό.π., σ. 20.

[35] Στο ίδιο, σ. 20.

[36] Στο ίδιο, σ. 45 κ.έ.

[37] Στο ίδιο, σ. 55.

[38] Nicos Poulantzas, Fascism and Dictatorship. The Third International and the Problem of Fascism, London: Verso, 1979.

[39] Daniel Steinmetz-Jenkins, Claude Lefort and the illegitimacy of modernity, Journal for Cultural and Religious Theory, 10.1, Winter 2009, pp. 102-117, σ. 116.

[40] Martin Saar, What is Political Ontology?, Krisis. Journal for contemporary philosophy, Issue 1, 2002, pp. 79-84, σ. 81.

[41] David Ames Curtis, Translator’s Foreword στο Claude Lefort, Writing. The Political Test, Durham and London: Duke University Press, 2000, σ. xvii.

[42] Claude Lefort, Νικολό Μακιαβέλι, ό.π., σ. 4.

[43] James D. Ingram, The Politics of Claude Lefort’s Political: Between Liberalism and Radical Democracy, Thesis Eleven, No. 87, November 2006, pp. 33-50, σ. 37.

[44] Claude Lefort, Νικολό Μακιαβέλι, ό.π., σ. 9.

[45] Steven Bilakovics, Democracy without Politics, Cambridge, Massachusetts, and London, England: Harvard University Press, 2012, σ. 167.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Bilakovics Steven, Democracy without Politics, Cambridge, Massachusetts, and London, England: Harvard University Press, 2012.

Curtis David Ames, Translator’s Foreword στο Claude Lefort, Writing. The Political Test, Durham and London: Duke University Press, 2000.

Δεληβογιατζής Σωκράτης Χ., Εισαγωγή. Για μια ανθρωπολογία του κακού στο Δημήτρης Τσικινόπουλος, Το μυστήριο του κακού, Θεσσαλονίκη: Νησίδες, 2014.

Ingram James D., The Politics of Claude Lefort’s Political: Between Liberalism and Radical Democracy, Thesis Eleven, No. 87, November 2006, pp. 33-50.

Καμί Αλμπέρ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος, Αθήνα: Πατάκη, 2011.

Kantorowicz Ernst H., The King’s Two Bodies: A Study in Medieval Political Theology, Princeton: Princeton University Press, 1998.

Laclau Ernesto, New Reflections on the Revolution of Our Time, London and New York: Verso, 1990.

Lefort Claude, Κ. Καστοριάδης, Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα, Αθήνα: Διεθνής Βιβλιοθήκη, 1974.

Λεφόρ Κλοντ, Τι είναι γραφειοκρατία, Θεσσαλονίκη: Εκδοτική Ομάδα, 1985.

Lefort Claude, The Political Forms of Modern Society. Bureaucracy, Democracy, Totalitarianism, Cambridge: Polity Press, 1986.

Lefort Claude, Democracy and Political Theory, Cambridge: Polity Press, 1988.

Lefort Claude, Επίμετρο για τον Pierre Clastres στο Pierre Clastres, Η κοινωνία ενάντια στο κράτος, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, 1992.

Lefort Claude, Complications. Communism and the Dilemmas of Democracy, New York: Columbia University Press, 2007.

Lefort Claude, Το ζήτημα της δημοκρατίας στο Γιάννης Σταυρακάκης & Κωστής Σταφυλάκης (Επιμέλεια), Το πολιτικό στη σύγχρονη τέχνη, Αθήνα: Εκκρεμές, 2008.

Λεφόρτ Κλοντ, Η εικόνα του σώματος και ο ολοκληρωτισμός, Ελευθεριακή Κίνηση, τ. 20, 2010, σσ. 39-67.

Lefort Claude, Machiavelli in the Making, Evanston, Illinois: Northwestern University Press, 2012.

Lefort Claude Νικολό Μακιαβέλι. Η οικονομική διάσταση του πολιτικού, Αθήνα: Ελευθεριακή Κουλτούρα, 2013.

Λεφόρ Κλοντ, Τα δικαιώματα του ανθρώπου και το πολιτικό, Ελευθεριακή Κίνηση, τ. 22, 2013.

Μακρής Σπύρος, Chantal Mouffe: Η αγωνιστική προσέγγιση. Η ριζοσπαστική και πλουραλιστική δημοκρατία ως αριστερό διακύβευμα, Θέσεις, τ. 126, 2014, σσ. 145-156.

Μακρής Σπύρος, Hannah Arendt. Ολοκληρωτισμός, Ανθρώπινη Κατάσταση και Παράδοση, Αθήνα: Ι. Σιδέρης, 2014.

Μακρής Σπύρος, Ριζοσπαστικός Πλουραλισμός και Αγωνιστική Δημοκρατία. Από τον Claude Lefort στη Chantal Mouffe, Ένεκεν, τ. 34, 2014, σσ. 24-33.

Μακρής Σπύρος, Ο Ernesto Laclau (1935-2014) και η μετανεωτερική προσέγγιση του πολιτικού και της δημοκρατίας, Θέσεις, τ. 130, 2015, σσ. 117-134.

Marsh David and Stoker Gerry (eds), Theory and Methods in Political Science, New York: Palgrave Macmillan, 2002.

Poulantzas Nicos, Fascism and Dictatorship. The Third International and the Problem of Fascism, London: Verso, 1979.

Saar Martin, What is Political Ontology?, Krisis. Journal for contemporary philosophy, Issue 1, 2002, pp. 79-84.

Steinmetz-Jenkins Daniel, Claude Lefort and the illegitimacy of modernity, Journal for Cultural and Religious Theory, 10.1, Winter 2009, pp. 102-117.

Vincent Bernard, Λουδοβίκος ΙΣΤ’, Αθήνα: Κασταλία, 2007.

Share.

Comments are closed.