«Ο ιστορικός ρόλος της αρχιτεκτονικής πρακτικής» του Νικήτα Χιωτίνη

0

ΑΡΘΡΟ ΜΕ ΤΙΤΛΟ «Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ» ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΣΤΟ ΑΙΤΙΟΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ (Τεύχος Νο 2)

του Νικήτα Χιωτίνη 

(Τακτικός Καθηγητής Τμήματος «Εσωτερικής Αρχιτεκτονικής, Διακόσμησης και Σχεδιασμού Αντικειμένων», ΤΕΙ-Αθηνών)

Ύστερα από μια προσεκτική εξέταση της ιστορίας της αρχιτεκτονικής διαπιστώνουμε πως αυτή υπήρξε πάντοτε το αποτύπωμα της προσπάθειας του ανθρώπου να έρθει σε επικοινωνία με τον εξωτερικό του χώρο, χώρο πραγματικό -στον βαθμό που έχει νόημα ο όρος πραγματικός– και χώρο νοητόν από αυτόν ως τέτοιον.

Η αρχιτεκτονική υπήρξε πάντοτε η πορεία από τα μέσα προς τα έξω, όπως έλεγε ο Le Corbusier, με τη συμπλήρωση, όμως, πως αυτό το μέσα είναι τελικώς ο ίδιος ο άνθρωπος, ενώ αυτό το έξω είναι αυτό που ο άνθρωπος θεωρεί κάθε φορά ως κόσμο ή σύμπαν. Αυτό το έξω δεν ήταν παρά ο κόσμος με τον οποίον ο άνθρωπος προσπαθούσε να έρθει σε επικοινωνία ή συνδιαλλαγή, εξαιτίας της ανάγκης του να επεκτείνει τη χωρική και χρονική του εμβέλεια προς αυτόν τον προαιώνιο και παντοτινό χώρο και χρόνο, ή αυτήν την προαιώνια υπερ-χρονική και υπερ-χωρική ή α-χρονική και α-χωρική πραγματικότητα, την εκπορεύουσα αρχή του παντός ή ό,τι άλλο αυτός ο κόσμος σήμαινε γι’ αυτόν. Η ιστορία δείχνει μάλιστα πως αυτή η ανάγκη του ανθρώπου υπήρξε γι’ αυτόν βασική, αν όχι η βασικότερη προτεραιότητα ή και προϋπόθεση του ίδιου του του βίου, θεμελιώδης της ίδιας της ανθρώπινης φύσης ανάγκη, ανάγκη να θεωρεί ο άνθρωπος τον εαυτό του εντός ενός προϋπάρχοντος όλου, εντός ενός κόσμου και μιας ιστορίας απ’ όπου αντλεί ρόλο και λόγο προσωπικής υπάρξεως.

Η αρχιτεκτονική υπήρξε πάντα η εικόνα της κοσμικής παρουσίας του ανθρώπου, υπήρξε πάντοτε ένα από τα κύρια μέσα του στη ζωτική γι’ αυτόν αναζήτηση υπαρξιακής ταυτότητας, στη ζωτική γι’ αυτόν αναζήτηση κοσμικής και ιστορικής υπόστασης.

Η αρχιτεκτονική της προϊστορίας έθετε τον άνθρωπο σε συνδιαλλαγή με τον τότε κόσμο (του), που υπήρξε κατ’ αρχήν η χαοτική, η άνευ διευθύνσεων και προσανατολισμού πραγματικότητα, στη συνέχεια η αποτύπωση του άπειρου κόσμου των άστρων. Η αρχιτεκτονική της Αιγύπτου ενέτασσε τον άνθρωπο και τον γήινο χώρο και χρόνο του στον προαιώνιο και σταθερό χώρο και χρόνο, στον κόσμο όπως αυτός τότε του φανερωνόταν ή γινόταν αντιληπτός. Η τότε αρχιτεκτονική μιμούνταν ή εντασσόταν στους προαιώνιους και σταθερούς νόμους του κόσμου αυτού, νόμους που πάσχιζε ο άνθρωπος να καταγράψει.

Η ελληνική αρχιτεκτονική υπήρξε η άρθρωση του ανθρώπου με τον τότε μυθικό ανθρωποκεντρικό κόσμο, όπως αυτός ερμηνευόταν από τους μύθους και τους φιλοσόφους.

Η αρχιτεκτονική της Άπω Ανατολής έφερε τον άνθρωπο σε συνδιαλλαγή με την κοσμική πραγματικότητα όπως αυτή συνελήφθη από τους μεγάλους μύστες, μυώντας τον στον χορό του κενού και του απείρου.

Η αρχιτεκτονική της χριστιανικής Ανατολής υπήρξε η άρθρωση του ανθρώπου με τον προσωπικό θεϊκό κόσμο, υπήρξε η κιβωτός όπου ο πιστός καλλιεργούσε τη σχέση του με τον θεό, καθόσον αυτό αποτελούσε σαφώς πρώτιστη και ζωτική προτεραιότητα του βίου του.

Στους δύο-τρεις τελευταίους αιώνες, παρ’ όλη τη σύγχυση που επικράτησε περί του ζητουμένου της αρχιτεκτονικής και κάθε άλλου είδους μορφής τέχνης, οι αρχιτέκτονες και οι υπόλοιποι λειτουργοί της τέχνης απευθύνονταν στην εκάστοτε φιλοσοφική θέσμιση των κοινωνιών. Η δυτική αρχιτεκτονική των νεωτερικών χρόνων -μιλάμε εδώ γι’ αυτήν που τα εγχειρίδια της ιστορίας θεωρούν σαν τέτοια- προσπάθησε να κατακτήσει ή να επικοινωνήσει με τον νευτώνειο κόσμο, θεωρώντας πως αυτή υπήρξε η φιλοσοφική θεμελίωση του νεωτερικού ανθρώπου.

Ομοίως, η αρχιτεκτονική του πρώτου μισού του 20ού αιώνα προσπάθησε να εκφράσει τη χωροχρονική πραγματικότητα του Einstein, ενώ η σημερινή αποδόμηση συνάδει απολύτως με τις σημερινές εξελίξεις της φυσικής και με τη σταδιακή απόρριψη από τη σημερινή διανόηση των θεμελίων της νευτώνειας εκδοχής, ήτοι του απόλυτου χώρου και του απόλυτου χρόνου.

Είναι προφανές λοιπόν πως, αν θέλουμε να μιλήσουμε για την αρχιτεκτονική που θα έρθει, για την αρχιτεκτονική του 21ου αιώνα, θα πρέπει πρώτα να μιλήσουμε για τη φιλοσοφική θέσμιση των μελλοντικών κοινωνιών. Παρά το παράτολμο μιας τέτοιας προσπάθειας, θα το αποτολμήσουμε, στην αγωνία μας να βρούμε πεδίο αναφοράς της τέχνης μας, αλλά και στην υποχρέωσή μας να συμμετάσχουμε στην αναζήτηση πεδίου αναφοράς της ίδιας της ανθρωπότητας, από την έλλειψη του οποίου έχει αυτή καταδήλως οδηγηθεί σε πολλαπλά αδιέξοδα. Η δε ιστορία δείχνει πως ο ρόλος της αρχιτεκτονικής πρακτικής στη συλλογική αυτή προσπάθεια είναι καθοριστικός. Έχει αρκούντως καταδειχθεί ότι ο χώρος και τα αντικείμενα που τον αρθρώνουν επηρεάζουν καθοριστικώς το πνεύμα και την ψυχή των χρηστών και θεατών τους, επιδρούν στον άνθρωπο όχι μόνο δημιουργώντας του αισθήματα ευαρέσκειας ή δυσαρέσκειας, αλλά φτάνουν μέχρι τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίον αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα, φτάνουν μέχρι την ίδια του τη στάση απέναντι στον χώρο και στον χρόνο, στον κόσμο και στην ιστορία, μέχρι την ίδια του, με άλλα λόγια, φιλοσοφική στάση ή θέσμιση. Η αρχιτεκτονική και οι υπόλοιπες μορφές της τέχνης συμμετέχουν καθοριστικώς στην οικοδόμηση του πολιτισμού, καθ’ όσον όχι μόνο τον αποτυπώνουν αλλά και ταυτοχρόνως τον διαμορφώνουν, συμμετέχουν, με άλλα λόγια, καθοριστικώς στην οικοδόμηση της ίδιας της ιστορίας.

Η νέα φιλοσοφική θέσμιση των κοινωνιών ή της ανθρωπότητας οφείλει πρώτ’ απ’ όλα να ξαναδώσει στον άνθρωπο ιστορική συνείδηση. Αυτό αποτελεί μονόδρομο, τη μοναδική ίσως δυνατότητα της ανθρώπινης διανόησης για να διαφύγει η ανθρωπότητα του επαπειλούμενου τέλους της ιστορίας (της). Ο δρόμος προς τη νέα αυτή φιλοσοφική θέσμιση των κοινωνιών, που θα επανεγκαθιδρύσει συλλογικούς στόχους με ιστορική προοπτική, που θα ξαναδώσει στον άνθρωπο ιστορικό ρόλο και λόγο ύπαρξης, φαίνεται να έχει σήμερα διάπλατα ανοιχτεί. Έχουν γίνει παραπάνω από φανερά, αφενός η αναντιστοιχία μεταξύ της νεωτερικότητας, δηλαδή της φιλοσοφικής θεμελίωσης των μοντέρνων χρόνων και του αισθήματος των λαών, αφετέρου το ότι αυτή η φιλοσοφική θεμελίωση έχει οδηγήσει τη σημερινή ανθρωπότητα σε πολλαπλά αδιέξοδα. Αλλά το κυριότερο είναι ότι χάνεται και το κατεξοχήν στήριγμα του μοντέρνου τρόπου, δηλαδή του τρόπου θεώρησης της πραγματικότητας, του τρόπου θεώρησης της θέσης του ανθρώπου στον χώρο και στον χρόνο, του τρόπου θεώρησης της αλήθειας και, κατά συνέπεια, της ζωής και των προτεραιοτήτων της. Ο μοντέρνος αυτός τρόπος σταδιακώς χάνει και την επιστήμη στην οποία στηριζόταν και από την οποία γεννήθηκε, δηλαδή τη φυσική, που έχει πλέον κατανοήσει τα όριά της για την ερμηνεία του κόσμου και του ανθρώπου και καταδήλως ωθεί την ανθρωπότητα προς μια νέα, μετα-νευτώνειο ή μετά τη φυσική εποχή.

Μια εξέταση της πραγματικής, θα λέγαμε, ιστορίας της αρχιτεκτονικής των νεωτερικών χρόνων -δηλαδή όχι αυτής που ταυτίζουμε με τους λίγους αρχιτέκτονες των μεγάλων επίσημων έργων ή των προβεβλημένων κινημάτων, που ναι μεν εξέφραζαν την επίσημη φιλοσοφική θεμελίωση της εποχής τους αλλά καταδήλως δεν έγιναν αποδεκτοί από το ευρύ κοινό- δείχνει πως η παράδοση των λαών είναι αυτή που ουδέποτε έπαψε να αποτελεί το πραγματικό στήριγμά τους. Οι αξίες της φαίνεται πως δεν εξαφανίστηκαν από την αρκούντως προπαγανδισμένη φιλοσοφική θεμελίωση της νεωτερικής εποχής. Οι λαοί επέμεναν στα σχήματα του παρελθόντος, εκφράζοντας καταδήλως με τον τρόπο αυτόν την αγωνία τους για μια κάποια χωρική και χρονική, δηλαδή κοσμική και ιστορική ταυτότητα. Σ’ όλο αυτό το διάστημα, το παρελθόν του κάθε τόπου, η ίδια η ιστορία του ανθρώπου, είναι βέβαιον ότι εν πολλοίς κακοποιήθηκε με στείρες απομιμήσεις, αυτό που σήμερα ονομάζουμε kitsch. Είναι επίσης βέβαιον ότι η ιστορία χρησιμοποιήθηκε πολλάκις για προπαγανδιστικούς, πολιτικούς και άλλους σκοπούς. Πλην όμως, καταφανής υπήρξε η αγωνία των λαών να βρουν ιστορική ταυτότητα μέσα στο ίδιο τους το παρελθόν, μέσα στην ίδια την παράδοσή τους, είναι καταφανές πως το πνεύμα του τόπου, αυτό που ο Shulz ονομάζει Genius Loci, δεν είναι νεκρό αλλά ζωντανό, απωθημένο στο συλλογικό ασυνείδητο των λαών, όπως θα έλεγε ο Jung. Επιπλέον, είναι σαφές πως η Δύση σήμερα προσβλέπει στην ανάπτυξη των τοπικών παραδόσεων -και μάλιστα αυτών με οικουμενική αξία- προσβλέποντας σε μια μεγάλη πολιτιστική σύνθεση, μέσω του συμπολιτισμού. Το πρώτο, όμως, στάδιο δεν μπορεί παρά να είναι η στροφή της σκέψης προς τη φανέρωση του βαθύτερου είναι του κάθε λαού, της κάθε εθνότητας και της κάθε κοινωνίας, στροφή προς αυτό στο οποίο οφείλουμε την ιστορική μας πορεία και επιβίωση – οι Έλληνες αρχιτέκτονες έχουν ήδη αρθρώσει σημαντικό και πρωτοπόρο λόγο προς αυτή την προοπτική. Με άλλα λόγια, προς την ψηλάφηση και ανάδειξη των στοιχείων εκείνων που συνιστούν την ίδια την ιστορία του ανθρώπου, ή την ίδια την ιστορία, που πρέπει να κάνουμε να ξαναγεννηθεί. Αυτός είναι και ο ρόλος της αρχιτεκτονικής στις κοινωνίες που θα έρθουν, ρόλος βαθιά ιστορικός.

Τα παραπάνω δεν αποτελούν τόσο πρόβλεψη για τους στόχους της αρχιτεκτονικής των μελλοντικών κοινωνιών. Αποτελούν κυρίως κάλεσμα και έκκληση.

 

Share.

Comments are closed.